«Αν η συμπόνια σου δεν συμπεριλαμβάνει τον εαυτό σου, τότε είναι ελλιπής», Βούδας.

Για να είναι πληρης η συμπόνια
Πόσο μας συμπονάμε; Ή, για να το θέσουμε πιο σωστά, υπάρχει ίχνος συμπόνιας μέσα μας για εμάς τους ίδιους, όταν με κάθε τρόπο καθημερινά, φαίνεται να βάζουμε προτεραιότητα τους άλλους κι όχι (και) τον ίδιο μας τον εαυτό; Να τρέχουμε να ικανοποιήσουμε τις επιθυμίες των άλλων, να φροντίσουμε να είμαστε εντάξει παντού με τεράστιο, ωστόσο, προσωπικό κόστος. Και με αυτό φυσικά δεν αναφερόμαστε σε έναν κόσμο «παρτάκια» κι αδιάφορο προς τον συνάνθρωπο, σε έναν κόσμο σκληρό και ψυχοπαθητικό που δρα αποκλειστικά με σκοπό κάθε είδους προσωπικό συμφέρον. Μιλάμε για έναν κόσμο όπου στόχος φροντίδας και τρυφερότητας να είναι ΚΑΙ το μοναδικό πρόσωπο, με το οποίο σχετιζόμαστε κάθε ώρα της μέρας: τον ίδιο μας τον εαυτό.

Γιατί πρέπει να καταλάβουμε ότι δεν μπορούμε να συμπονέσουμε ουσιαστικά κανέναν αν δεν είμαστε σε θέση να αγκαλιάσουμε τον εαυτό μας. Βλέπετε, η πραγματική συμπόνια είναι δύσκολη υπόθεση. Από την παιδική μας ηλικία, οι γονείς μπορεί να διδάσκουν τα πάντα στο παιδί: να είναι καλό, τυπικό με τις υποχρεώσεις του, να σέβεται, να μην εμπιστεύεται τους πάντες για να μην την «πατήσει». Δεν του διδάσκουν ωστόσο τη συμπόνια στον εαυτό καθώς και οι ίδιοι είναι σπάνια συμπονετικοί με τον εαυτό τους. Οπότε τα παιδιά μπορεί να βλέπουν γονείς που αδιάκοπα τρέχουν να προλάβουν τα πάντα, δεν τους βλέπουν όμως να είναι επιεικείς με τα λάθη που οι ίδιοι κάνουν χωρίς, φυσικά, να αποποιούνται τις ευθύνες τους. Δεν τους βλέπουν να ξεκουράζονται όταν είναι κουρασμένοι, να παίρνουν τον χρόνο τους όταν είναι θλιμμένοι, να καταλαβαίνουν το βαθύτερο συναίσθημα τους κάθε στιγμή και να μπορούν να το εκφράζουν. Βλέπουν γονείς που μόνο αντέχουν ό,τι και να συμβεί γύρω τους, όσο δυσάρεστο και θλιβερό και να είναι αυτό, χωρίς φυσικά να δίνουν χώρο στη χαρά τους και σε ό,τι καλό τους συμβαίνει. Απλά, με μια ελάχιστη- ίσως- ανακούφιση, να αναγνωρίζουν το καλό πριν ολότελα το προσπεράσουν.

Κι έτσι μαθαίνουμε να αντέχουμε. Να φοράμε μια μάσκα, ένα προσωπείο αντοχής και ως εκ τούτου, ψευδούς δύναμης, να χαμογελάμε βεβιασμένα και ουδέποτε ουσιαστικά (το ξέρουμε άλλωστε αυτό;) και να ζούμε επιφανειακά χωρίς ποτέ να ακούμε τις βαθύτερες ανάγκες και επιθυμίες του πιο πιστού μας συντρόφου. Έτσι χάνεται η συμπόνια. Κι έτσι είμαστε απλά μισοί. Και σίγουρα σκληροί. Γι’αυτό την επόμενη φορά που νιώθετε ότι δεν αντέχετε το οτιδήποτε σας συμβαίνει, εκφράστε το. Δώστε τα εύσημα στον εαυτό σας γιατί έχει κάνει ό,τι καλύτερο μπορούσε. Χαμογελάστε με επιείκεια στον εαυτό σας και προστατεύστε τον. Κι αν καταρρεύσετε για λίγο, μην απογοητευτείτε. Είναι μέρος της ανθρώπινης φύσης. Και ίσως ο μόνος τρόπος για να απαλλαγούμε επιτέλους από την ασφυκτική αυτή μάσκα…