Η ανάγκη για θεραπεία ζεύγους προκύπτει όταν ο ένας από τους δύο ή ακόμα και οι δύο αντιλαμβάνονται ότι «κάτι δεν πάει καλά στη σχέση». Μπορεί να βιώνουν μια αποτελμάτωση, μια ματαίωση, μια αίσθηση του ανικανοποίητου. Επιπλέον, ένας ακόμα λόγος που μπορεί να σπρώξει ένα ζευγάρι στον ειδικό είναι με αφορμή το θέμα ενός παιδιού, οπότε και η συνεργασία με τους γονείς να κριθεί απαραίτητη.

Στη θεραπεία ζεύγους ο ψυχολόγος παίρνει και από τους δύο ένα ιστορικό της σχέσης τους και έπειτα ρωτάει τι συνέβη στο εδώ και τώρα και έφτασαν στο σημείο της ρήξης. Μέσα από την επαφή με τον ψυχολόγο το ζευγάρι αισθάνεται ότι βρίσκεται σε ένα προστατευμένο χώρο όπου νιώθει ότι ο ειδικός μπορεί να το καταλάβει ακούγοντας τους προβληματισμούς του.

Στις συνεδρίες που λαμβάνουν χώρα το ζευγάρι αρχίζει να αντιλαμβάνεται τις δυναμικές που υπάρχουν και επηρεάζουν τη σχέση τους, καθώς καταλαβαίνει ότι τελικά είναι δύο διαφορετικά άτομα με διαφορετικές αντιλήψεις αλλά και με κοινά σημεία επαφής, στα οποία βασίστηκαν για να προχωρήσουν. Επίσης συνειδητοποιεί ότι η αγάπη ή μάλλον η ανάγκη μας για αυτήν δεν φτάνει για να καλύψει τα συναισθηματικά κενά κάθε μέλους του ζευγαριού ενώ οι υπάρχουσες ανεπάρκειες στην επικοινωνία δημιουργούν προβλήματα και διχόνοια. Ο τρόπος αξιοποίησης των προβλημάτων βοηθά το ζευγάρι να εξελιχθεί και ως δυάδα αλλά και ως ξεχωριστές προσωπικότητες και να μάθει να συνεργάζεται σε μια νέα, υγιή και λειτουργική βάση.